Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

"Από το Γράμμο στην πολιτική προσφυγιά"

Από τον Γράμμο στην πολιτική προσφυγιά
Η μεταφορά
Δρίτσιος Θωμάς
Εκτύπωση
Γδύνια!
Η αδημονία να βρεθούμε σε στεργιά γινόταν τώρα ακαταμάχητη. Όχι μόνο γιατί παρατραβούσε το ταξίδι. Δεκέμβρης μήνας τώρα, όσο προχωρούμε στα βορινά οι μέρες κρατούν ελάχιστες ώρες κι οι νύχτες γινόταν ατέλειωτες. Μπορούσε έτσι, βέβαια, να κρατήσει λιγότερο η κλεισούρα στ’ αμπάρι, να μένουμε τις νύχτες περισσότερες ώρες επάνω, στον καθαρό αέρα κι ακόμα, καθώς το πούσι μάς προστάτευε, να βγαίνουμε πιο συχνά και τη μέρα στο κατάστρωμα. Μα και το «πλεονέκτημα» αυτό έμεινε ανεκμετάλλευτο. Το χοντρό, δυνατό κρύο του Δεκέμβρη δεν επιτρέπει να μείνουμε για πολλή ώρα στο κατάστρωμα. Είναι και το «φτηνό» ντύσιμο. Είχαμε δεν είχαμε χλαίνες, πουλόβερ, πανωφόρια. Πολυμεταχειρισμένα, σχισμένα και λιωμένα ανέμιζαν πάνω μας σαν τσαντίλες.
     Ένα πεταχτό λοιπόν ανέβασμα στο κατάστρωμα, μια βιαστική ματιά στις τριγύρω μουντές κι άγνωστες ακτές που παρέπλεε το πλοίο και τρεχάλα, πάλι κάτω στ’ αμπάρι. Αυτό, δεν το ’πιανε από πουθενά ο αγέρας. Και η θερμότητα που ανάδιναν τόσα κορμιά και τόσες ανάσες το κάνανε ζεστό καταφύγιο.
     Όταν το πλοίο παρέκαμπτε τη Δανία κι έστριβε προς τα κάτω, στη Βαλτική, οι ναυτεργάτες βάλθηκαν να μας ενημερώσουν: ποια μέρη περάσαμε –μια και τώρα, και στο κατάστρωμα να μέναμε, δεν θα βλέπαμε τίποτα μες στην πυκνή ομίχλη.
     – «Έχουμε και λέμε λοιπόν… Στα δεξά μας περάσαμε Γαλλία. Αριστερά, τόσο δα κοντά μας η Αγγλία –ο στρατηγός Σκόμπυ ντε… τον ξέρετε… Πάλι δεξιά Βέλγιο, Ολλανδία, λίγο Γερμανία. Ψηλά-ψηλά στ’ αριστερά Νορβηγία, Σουηδία, Φιλανδία. Κι αυτό που αφήνουμε τώρα η Δανία…».
     Τα λέγανε σαν να ’χαν χάρτη μπροστά τους. Και μεις; «Πώς στο διάβολο ξέρουνε τόσα…».
     Μερικοί περίεργοι, τυλιχτήκαμε στις ξεφτισμένες χλαίνες, χώσαμε τα δίκωχα ώς τ’ αυτιά και μ’ ένα ναυτεργάτη, βγήκαμε στο κατάστρωμα. Τα ρούχα μουλιάσανε μονομιάς. Το κρύο πιρούνιασε και τα κόκαλα. Μόλις μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε μες στην ομίχλη κάτι κόκκινα φώτα…
     – «Αεροπλάνα» –εξήγησε ο ναυτεργάτης, «που απογειώνονται και προσγειώνονται συνεχώς στο αεροδρόμιο της Κοπεγχάγης…».
     Στη Βαλτική πέσαμε σε τρικυμία. Και για κείνους που τους έπιανε η θάλασσα ξανάρχισε το μαρτύριο. Ταξιδέψαμε κάμποσο ακόμα. Πλέοντας πάντα «σε διεθνή ύδατα» περάσαμε τ’ ανατολικά τώρα παράλια της Δανίας, ξαναβρήκαμε τις Γερμανικές ακτές και ύστερα από λίγο, ξαφνικά το «μυστικό» λύθηκε…
     Συγκεντρωθήκαμε για λίγο, τουρτουρίζοντας, στο κατάστρωμα. Οι διοικητές μας φρόντισαν να βρίσκονται κοντά στους άντρες τους. Σε μια στιγμή, ένας ταγματάρχης Πολιτικός Επίτροπος ακούγεται ν’ ανακοινώνει:
     – «Συναγωνιστές το ταξίδι μας τελειώνει… Βρισκόμαστε στα χωρικά ύδατα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Πολωνίας… Σε λίγο το καράβι θ’ αγκυροβολήσει στη Γδύνια!...».
     Τζίφος, λοιπόν, και η τελευταία ελπίδα του Ελληνορώσου συναγωνιστή. Ούτε Κροστάνδη ούτε Λένινγκραντ…
     – «Γδύνια!... Γδύνια…».
     Πόσα μερόνυχτα βρισκόμαστε στη θάλασσα;
     Μερικοί λένε δεκατρία. Άλλοι τα βγάζουν δεκατέσσερα κι άλλοι δεκαπέντε. Όσα και να κάναμε, εμείς μια φορά πήραμε όρκο: όσο θα περνά απ’ το χέρι μας, άλλη φορά δεν θα ματακάνουμε τόσο μακρινό, τόσο ξεθεωτικό ταξίδι…
(από το βιβλίο: Θωμάς Δρίτσιος, Από τον Γράμμο στην πολιτική προσφυγιά, Δωρικός, 1983) 

'Ελληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία


Δείτε την ομιλία του καθηγητή Κώστα Τσίβου για τους Έλληνες που αναγκάστηκαν μετά τον εμφύλιο πόλεμο να γίνουν πολιτικοί πρόσφυγες και να εγκατασταθούν στην τότε Τσεχοσλοβακία:


Κωνσταντίνος Τσίβος- Έλληνες Πολιτικοί Πρόσφυγες στ... from Hellenic Parliament Foundation on Vimeo.



Πρώτοι «οικιστές» του Ελληνισμού στην πρώην Τσεχοσλοβακία θεωρούνται δικαίως τα εκατοντάδες τυραννισμένα, ξυπόλυτα και ρακένδυτα προσφυγόπουλα που άρχισαν να φτάνουν τον Απρίλιο του 1948 από διάφορα μέρη της σπαρασσόμενης από τον εμφύλιο πόλεμο Βόρειας Ελλάδας.

Τα παιδιά μεταφέρθηκαν με σιδηροδρομικούς συρμούς μέσω Γιουγκοσλαβίας και Ουγγαρίας στον τσεχοσλοβάκικο μεθοριακό σταθμό Μικούλοφ, κοντά στα σύνορα με την Αυστρία. Από τον Μάιο του 1948 έως το καλοκαίρι του 1949 καταγράφονται επτά τέτοιες αποστολές από την Ελλάδα που οδήγησαν στην Τσεχοσλοβακία 3.900 παιδιά, τα οποία, μετά από ένα σύντομο διάστημα που πέρασαν σε καραντίνα, οδηγήθηκαν σε περίπου 50 διαφορετικούς παιδικούς σταθμούς που λειτούργησαν σε όλη την τσεχική επικράτεια. Μετά τον Αύγουστο του 1949 έφτασαν με τις αποστολές των ενηλίκων 1.321 παιδιά επιπλέον, η πλειοψηφία των οποίων επίσης οδηγήθηκε στους παιδικούς σταθμούς.
Συνολικά, στην Τσεχοσλοβακία στα τέλη του 1949 βρισκόταν 5.185 παιδιά από την Ελλάδα, κατά το ¼ περίπου σλαβομακεδονικής καταγωγής. Η Τσεχοσλοβακία δέχτηκε την τρίτη σε δύναμη ομάδα προσφυγόπουλων από την Ελλάδα, μετά τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία. Η υποδοχή που επιφυλάχτηκε στα παιδιά αυτά ήταν θριαμβευτική, σύμφωνα με όσα καταμαρτυρούν τα άρθρα των τσεχικών εφημερίδων εκείνης της εποχής. [...]
Σύμφωνα με μαρτυρίες των ίδιων των παιδιών οι συνθήκες φιλοξενίας τους στην Τσεχοσλοβακία, σε σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούσαν στα χωριά καταγωγής τους, ήταν σαφώς καλύτερες. Βελτιωμένες ήταν επίσης οι συνθήκες μόρφωσης και επαγγελματικής ειδίκευσης των προσφυγόπουλων, σε σύγκριση με αυτές που επικρατούσαν στις καθυστερημένες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας. Από τη «γενιά των παιδικών σταθμών» ανδρώθηκε ο πυρήνας της δεύτερης γενιάς των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, η οποία - χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα - ενσωματώθηκε στην τσεχική κοινωνία.

Άφιξη ενηλίκων και εγκατάσταση

Μετά τη ρήξη Τίτο – Στάλιν (Ιούνιος 1948) αυξήθηκαν οι γιουγκοσλαβικές πιέσεις προς την ηγεσία του ΚΚΕ για την εκκένωση της προσφυγικής κοινότητας των Ελλήνων που είχαν εγκατασταθεί στο Μπούλκες της γιουγκοσλαβικής Βοϊβοντίνας. Το καλοκαίρι του 1949 αντιπροσωπεία του ΚΚΕ ζήτησε από το «αδελφό» τσεχοσλοβακικό κόμμα, που από τον Φεβρουάριο του 1948 είχε αναλάβει τη μονοπωλιακή άσκηση της εξουσίας στη χώρα, να διατεθούν στους Έλληνες πρόσφυγες δυο ή τρία χωριά, στα οποία θα ζούσαν αυτοτελώς, καθώς κρινόταν ότι οι περισσότεροι εξ αυτών ήταν ικανοί προς εργασία. [...]
Το πρόβλημα της φιλοξενίας των Ελλήνων προσφύγων προσέλαβε νέες διαστάσεις τον Αύγουστο του 1949, καθώς μετά τη στρατιωτική ήττα των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας (ΔΣΕ) έγινε αντιληπτό ότι η Τσεχοσλοβακία θα έπρεπε να φιλοξενήσει αρκετά περισσότερους ενήλικες πρόσφυγες που στο μεταξύ είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο στην Αλβανία. [...]
Η πρώτη ομάδα Ελλήνων προσφύγων, αποτελούμενη από 1.221 άτομα, έφτασε στην Τσεχοσλοβακία στις 30 Αυγούστου 1949, δηλαδή τη μέρα που έληξαν οι μάχες στη Γράμμο με την οριστική ήττα του ΔΣΕ. Το τρένο που μετέφερε Μπουλκιώτες πρόσφυγες έφτασε στο στρατόπεδο Λεσάνι της Κεντρικής Τσεχίας, όπου οι πρόσφυγες πέρασαν κάποιες εβδομάδες σε καραντίνα. Στο σταθμό υποδοχής Λεσάνι, που νωρίτερα είχε χρησιμοποιηθεί ως στρατόπεδο συγκέντρωσης ναζί κρατουμένων, έγιναν κάποια βελτιωτικά έργα προκειμένου να στεγαστούν και οι υπόλοιπες αποστολές των προσφύγων (συνολικά τέσσερις) που προέρχονταν επίσης από το Μπούλκες. Καθώς οι πρώτοι πρόσφυγες εγκατέλειπαν την καραντίνα του στρατοπέδου Λεσάνι προς τα κέντρα της οριστικής τους εγκατάστασης, στις αρχές Νοεμβρίου 1949 άρχισαν να φτάνουν οι πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στην Αλβανία.
Το ταξίδι τους θυμίζει Οδύσσεια. Πολωνικά καράβια παρέλαβαν τους πρόσφυγες από το αλβανικό λιμάνι του Δυρραχίου και στη συνέχεια, μετά από ένα ταξίδι έξι εβδομάδων μέσω Γιβλαρτάρ, έφτασαν εξαντλημένοι στις 3 Νοεμβρίου 1949 στο λιμάνι Γδύνια της Πολωνίας. Πάνω στο καράβι οι Έλληνες πρόσφυγες κατέγραψαν τους πρώτους νεκρούς αλλά και τις πρώτες γέννες της προσφυγικής περιόδου. Από τη Γδύνια οι πρόσφυγες μεταφέρθηκαν με δύο σιδηροδρομικούς συρμούς στο στρατόπεδο Λεσάνι. Ακολούθησαν οι συνήθεις διαδικασίες απολύμανσης, καταγραφής και ιατρικών εξετάσεων. Το αρχειακό υλικό της εποχής δεν αναφέρεται φυσικά στο άγχος που δοκίμαζαν οι πρόσφυγες. Άγχος για την εγκατάλειψη της πατρίδας και την άφιξη σε μια περιοχή της Ευρώπης, που οι περισσότεροι αγνοούσαν. Άγχος κυρίως από το γεγονός ότι λίγες ήταν οι οικογένειες που έφτασαν στους σταθμούς περίθαλψης έχοντας παρόντα όλα τα μέλη τους. Οι περισσότερες οικογένειες παρέμειναν διάσπαρτες σε διάφορες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ ή στην Ελλάδα, ενώ πολλοί δεν γνώριζαν καν εάν τα μέλη των οικογενειών τους είναι εν ζωή.[...]
Τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης συνοδεύονταν από σοβαρά προβλήματα εγκλιματισμού. Παράδειγμα, οι περισσότεροι Έλληνες δεν είχαν επαρκή ρουχισμό και υπόδηση προκειμένου να ανταπεξέλθουν στο βαρύ κλίμα της Βόρειας Μοραβίας. Προβλήματα εμφανίζονταν και στη διατροφή καθώς οι Έλληνες πρόσφυγες αγνοούσαν τον τρόπο παρασκευής φαγητών αλά τσεχικά, όπου κύριο ρόλο έπαιζε το αλεύρι και οι πατάτες με διάφορα παράγωγά τους συνοδευμένα από παχιές σάλτσες. Οι Έλληνες επέμειναν στον εφοδιασμό τους με όσπρια, τα οποία όμως οι Τσέχοι διέθεταν σε μικρές ποσότητες που δεν επαρκούσαν για την καθημερινή τους διατροφή. Οι δυσκολίες προσαρμογής σε μεγάλο βαθμό σχετίζονταν με το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των ενηλίκων προσφύγων, αρκετοί από τους οποίους ήταν εντελώς αγράμματοι, καθώς και από την άγνοια της τσεχικής γλώσσας.
Οι ευκαιρίες συναναστροφής με Τσέχους ήταν περιορισμένες και συνυπολογιζομένων των αδυναμιών επικοινωνίας, Τσέχοι και Έλληνες, όταν έρχονταν σε επαφή, αντιμετωπίζονταν αρχικά με αμοιβαία καχυποψία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Τόμας Κόστα, υπεύθυνος του Κοινωνικού Τομέα του Τσεχοσλοβάκικου Ερυθρού Σταυρού, στις εκθέσεις του έκανε λόγο για εμφάνιση φαινομένων ξενοφοβίας, σημειώνοντας ότι πολλά στελέχη τσεχικών επιχειρήσεων αντιμετωπίζαν τους Έλληνες με τον ίδιο τρόπο όπως και τους Τσιγγάνους.[...]
Αυτό που διέκρινε τη ζωή των προσφυγικών οικογενειών στα 30 ή 40 χρόνια της υπερορίας τους ήταν ο διακαής πόθος της επιστροφής στην πατρίδα. Η ευχή που ακουγόταν πιο τακτικά στις οικογενειακές ή άλλες εκδηλώσεις τους ήταν «...και του χρόνου στην πατρίδα».[...]
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 στην Τσεχία, το ένα από τα δύο κράτη που προέκυψαν από τη διάσπαση της Τσεχοσλοβακίας (1992), ζούσαν περίπου 4.000 Έλληνες. Ο αριθμός αυτός παραμένει μέχρι σήμερα σταθερός. Πρόκειται κυρίως για τους εκπροσώπους της γενιάς των παιδικών σταθμών και τους απογόνους τους, οι οποίοι ζουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία σε μικτές οικογένειες. Οι Έλληνες της Τσεχίας είναι οργανωμένοι σε 10 κοινότητες, οι οποίες λειτουργούν στις περιοχές αρχικής εγκατάστασης των πρώην προσφύγων και προσπαθούν μέχρι σήμερα να διατηρήσουν τη γλώσσα και την εθνική τους ταυτότητα. Αποτελούν, μαζί με τον τουρισμό, τη σταθερότερη γέφυρα επικοινωνίας και αλληλογνωριμίας μεταξύ Ελλάδας και Τσεχίας.
-- Κώστας Τσίβος --

"Οι γονείς μας απάτριδες, εμείς, τα παιδιά, Έλληνες πολίτες"

Ο εικαστικός Ηλίας Πούλος γεννήθηκε στην Τασκένδη το 1957 από γονείς Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Το 1965 γύρισε με την οικογένειά του στην Αθήνα και σήμερα ζει και εργαζεται στο Παρίσι.
Διαβάστε τη μαρτυρία του στο ιστολόγιο "Υπάρχουμε... Συνυπάρχουμε;" του γνωστού blogger, δημοσιογράφου και μετανάστη Γκαζμεντ Καπλάνι

«Η μνήμη μου αποτελείται από θραύσματα»


«Γεννήθηκα στην Τασκένδη το 1957. Από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες. Οι γονείς μου ήταν με το Δημοκρατικό Στρατό. Πολύ νέοι και οι δυο. Ήταν από το ίδιο χωριό, Λιά, στα σύνορα με την Αλβανία...
Έφυγαν με το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το 1949. Βρέθηκαν στην Αλβανία όπου γνωρίστηκαν σε κάποιο νοσοκομείο. Ήταν τραυματίες. Από το Δυρράχιο, με σοβιετικά πλοία, έφυγαν για την Τασκένδη. Ταξίδεψαν σε τρομακτικές συνθήκες, πέντε χιλιάδες αντάρτες… Κρυμμένοι στα αμπάρια… Πολλοί πέθαναν… Όταν έφθασαν στην Τασκένδη, οι ντόπιοι νόμιζαν ότι έχουν να κάνουν με αιχμαλώτους πολέμου, επειδή φορούσαν ακόμα τις χλαίνες τους… Οι γονείς μου παντρεύτηκαν στην Τασκένδη. Τον πατέρα μου τον έβαλαν να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο ως τορναδόρος. Η μητέρα μου δούλευε σε ένα παιδικό σταθμό…. 

***
Οι Έλληνες μέναμε σε δική μας συνοικία. Δίπλα ήταν συνοικίες Ουζμπέκων και Ρώσων. Παράλληλες κοινωνίες-γκέτο στη μεγάλη Σοβιετική πατρίδα... Θυμάμαι ότι για όλους τους άλλους εμείς ήμασταν οι ξένοι. Τα «ελληνάκια»… Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που έχω συναντήσει σε παιδιά επιζώντων του Ολοκαυτώματος ή ανταρτών του Ισπανικού Εμφυλίου… Οι γονείς μας δεν μας μίλησαν ποτέ ξεκάθαρα για τα βιώματά τους. Ακούγαμε πάντα κομματιασμένες αφηγήσεις… Πιστεύω ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να απωθήσει στη λήθη τις οριακές στιγμές που σε βάζουν αντιμέτωπο με την φράση «τι σημαίνει άνθρωπος;»… Δεν μπορώ να ξεχάσω μια κουβέντα που μου είπε κάποιος αντάρτης στην Τασκένδη: «παιδί μου αν θυμηθώ έναν νεκρό, όλοι οι νεκροί θα έρθουν στον ύπνο μου»... Ο γονείς μας ένιωθαν διπλά «ηττημένοι». Έχασαν και τον πόλεμο και την πατρίδα τους... Εμείς ως παιδιά δεν είχαμε παρόν, μόνο παρελθόν. Δεν ήταν οι μάχες. Ήταν ένα παρελθόν ωραιοποιημένο, που πήγαινε μέχρι την αρχαία Ελλάδα. Και ένα μέλλον αφηρημένο: η επιστροφή στην Ελλάδα… Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση ήταν σχεδόν αδύνατον να χτιστεί μια ταυτότητα...
***
Γυρίσαμε στην Ελλάδα το 1965. Η εικόνα που έχω στο μυαλό μου είναι ένα τεράστιο ζώο, αρνί νομίζω, σε μια σούβλα που το ψήνουν οι γονείς μου και οι φίλοι τους ως αποχαιρετιστήριο γεύμα, στο σπίτι μας στην Τασκένδη... Θυμάμαι τη μητέρα που μου είπε ότι φεύγουμε και να χαρίσω τα παιχνίδια στους φίλους… Για τη μητέρα μου η επιστροφή σήμαινε ότι έφευγα από παιδί, γινόμουν άνδρας… Δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους των γονέων μου για τους λόγους που επέστρεψαν στην Ελλάδα… Ήταν μια ανάγκη επιστροφής στην πατρίδα. Χωρίς να περάσει από το μυαλό τους ο εφιάλτης που θα ακολουθούσε…
***
Φθάσαμε στον Πειραιά την ημέρα που γίνονταν οι μεγάλες διαδηλώσεις και σκοτώθηκε ο Σωτήρης Πέτρουλας. «Που φθάσαμε Μαριάνθη;» ρώτησε πανικοβλημένος ο πατέρας μου τη μάνα μου… Βρεθήκαμε σε ένα σπίτι στο Βοτανικό. Έμενε η αδελφή του πατέρα μου, η οποία δούλευε στα μποστάνια. Η περιοχή ολόκληρη ήταν ένα τεράστιο μποστάνι. Δεν υπήρχε ρεύμα… Από εκεί φύγαμε στο χωριό των γονέων μου, στα βουνά της Μουργκάνας… Με μια ειδική άδεια από την αστυνομία, γιατί ήταν παραμεθόριος περιοχή... Η πρώτη εικόνα που έχω είναι η γιαγιά μου που μας φωνάζει να πάμε να αρμέξουμε τις κατσίκες για να πιούμε γάλα. Είχα πανικοβληθεί… Δεν καταλάβαινα που ήμασταν... Οι άνθρωποι μας κοίταγαν περίεργα και εχθρικά...
***
Γυρίσαμε Αθήνα, στην Αγία Βαρβάρα, από τις πιο φτωχικές συνοικίες τότε. Ήμασταν απάτριδες. Στην Ελλάδα ταξιδέψαμε με ένα διαβατήριο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού που ήταν μόνο για ένα ταξίδι προς Ελλάδα, χωρίς δικαίωμα επιστροφής. Ο πατέρας μου δεν είχε άδεια εργασίας. Μετά από λίγο καιρό κατάφερε να βρει δουλειά στην οικοδομή. Δεν ξέρω αν δούλευε στη μαύρη ή κατάφερε να βγάλει άδεια εργασίας… Εμάς μας πήγαν στο σχολείο… Μετά από λίγο καιρό έγινε η Χούντα. Εμένα και τον αδελφό μου μας υποχρέωσαν να γίνουμε Έλληνες πολίτες. Αν δεν δεχόμασταν η ποινή ήταν να μας διώχνουν από όλα τα σχολεία. Οι γονείς μας απάτριδες, εμείς, τα παιδιά, Έλληνες πολίτες… Θυμάμαι ένα χτύπημα στην πόρτα, τη μαμά μου να ανοίγει την πόρτα, να καλημερίζει κάποιον, να μιλάνε. Ήταν ο αστυνομικός που ερχόταν κάθε πρωί στο σπίτι για να δει ποιοι πέρασαν το βράδυ σε μας… Θυμάμαι τους γονείς μου να ακούνε κάθε βράδυ Ντόιτσε Βέλε και την Φωνή της Αλήθειας… Αν τα μεταφέρω όλα αυτά εδώ είναι μόνο ως μια κατάσταση ιστοριολογίας και όχι θυματολογίας… Αυτό που έχει μείνει στο μυαλό μου ήταν η απέραντη ζεστασιά των γονιών μου για να μας προστατέψουν…
***
Στην Τασκένδη ήμουν ένα ξένο παιδάκι. Στην Ελλάδα γίνομαι πλέον ένα κομμουνιστάκι. Ένα παιδάκι τέρας, που οι δάσκαλοι δείχνουν με το δάκτυλο... Κάποιοι από αυτούς πρέπει να έχουν πεθάνει. Ήταν τόσο αγράμματοι και κακομοίρηδες… Σήμερα νιώθω οίκτο για αυτούς… Από την ημέρα που έφθασα στην Ελλάδα η μνήμη της ζωής μου στην Τασκένδη αρχίζει και γίνεται ένα ντουλάπι σκοτεινό… Στο μυαλό μου χτίζεται αυθόρμητα μια σκέψη, για να αμυνθώ, για να μπορέσω να σωθώ, να ζήσω: ότι για όλα αυτά, για το ότι οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές μου με βλέπουν ως ένα παιδάκι τέρας, ευθύνεται το παρελθόν μου στην Τασκένδη, η γλώσσα που μάθαινα στο σχολείο, τα ρώσικα. Εκεί πέφτει ένα πέπλο μαύρο... Σήμερα δεν θυμάμαι ούτε μια λέξη στα ρώσικα… Η ατομική μνήμη χτίζεται από το περιβάλλον που υπάρχουμε. Από το πώς το περιβάλλον μας βοηθάει ή δεν μας βοηθάει να κρατήσουμε στοιχεία από το παρελθόν μας. Ατομική μνήμη έξω από το κοινωνικό μας περιβάλλον δεν υφίσταται...
***
Βρέθηκα στην αυλή του σχολείου μου στην Τασκένδη μετά από σαράντα χρόνια, το 2005. Είχα φωτογραφίες μαζί μου για να ταυτοποιήσω εμένα τον Ηλία σήμερα με τον Ηλία του 1965. Εδώ, έλεγα στον εαυτό μου, ήταν το σχολείο μου. Μπήκα στον διάδρομο, που είχα διασχίσει χιλιάδες φορές ως παιδί… Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η μνήμη μου αποτελείται από θραύσματα... Ένιωσα τότε την ανάγκη ως άνθρωπος, ως καλλιτέχνης, να κάνω τέχνη, να μεταφέρω, να σώσω αυτή την κομματιασμένη μνήμη… Έχω αρχίσει εδώ και καιρό την φωτογράφιση και ηχογράφηση των πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη. Κατάφερα να βρω σαράντα επτά αντάρτες… Οι τριάντα εφτά απάτριδες. Θέλουν να επιστρέψουν να πεθάνουν στην Ελλάδα και το ελληνικό κράτος τους το αρνείται… Ήθελα να δω το παρελθόν, τη κομματιασμένη μου μνήμη, τη δική μου και των άλλων. Όχι ως προσπάθεια ηρωoποίησης και θυματοποίησης… Αν μείνουμε στα τραύματα είμαστε αξιοθρήνητοι. Αν καταφέρουμε να τα κάνουμε τέχνη, να τα κάνουμε α-λήθη, τότε, ίσως κάτι κάναμε. Θέλω, μέσω της τέχνης, να είμαι μέσα στη μη λήθη…
Ένας σκοτεινός, θαυματουργός, θάλαμος

Ο παππούς μου μετανάστευσε στην Αμερική το 1905. Όταν επέστρεψε έφερε μαζί του μια φωτογραφική μηχανή, ένα τρίποδα. Είναι ο πρώτος φωτογράφος στα βουνά της Μουργκάνας… Εγώ όμως δεν έχω δει ούτε μια φωτογραφία του… Κάποια στιγμή, στους Βαλκανικούς πολέμους, υποχρεώνεται να πουλήσει την φωτογραφική του μηχανή. Κάνει οικογένεια και παιδιά, στα οποία μιλούσε συνέχεια για ένα περίεργο, θαυματουργό μηχάνημα που βγάζει φωτογραφίες, περιγράφοντας λεπτομέρειες για το πώς λειτουργεί… Ο πατέρας μου μαθαίνει τα πάντα για την φωτογραφική τέχνη, χωρίς να έχει δει ποτέ του φωτογραφική μηχανή… Στην Τασκένδη, ως πρόσφυγας πλέον, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αγοράσει μια φωτογραφική μηχανή, μάρκας Ζόρκι. Για να μπορέσει να κάνει όσα του είχε μάθει ο πατέρας του. Αγόρασε μετά και ένα τρίποδα. Εγώ, ουσιαστικά, γεννήθηκα μέσα σε ένα φωτογραφικό θάλαμο. Έβλεπα τον μπαμπά ως μάγο που παράγει εικόνες… Ο μπαμπάς μου ήταν απλά ένας ερασιτέχνης φωτογράφος… Μετά από δεκαετίες, βρίσκεται ένας τρελαμένος στην οικογένεια, που πιάνει ξανά μια φωτογραφική μηχανή για να καταγράψει εξόριστες, κομματιασμένες μνήμες. Πρόσωπα και μαρτυρίες μιας τραγικής εποχής…»

Πες την ιστορία μου

Στις 20 Ιουνίου είναι η παγκόσμια ημέρα των προσφύγων. Με αυτή την αφορμή οι Γιατροί χωρίς Σύνορα δίνουν πρόσωπο και φωνή σε τέσσερις άγνωστες ιστορίες προσφύγων. Ο Μίτρα από το Αφγανιστάν, ο Αμάντου από την Ακτή Ελεφαντοστού, ο Σααλίμ από τη Σομαλία, και η Νασρίν από τη Συρία έκαναν ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι προς την Ελλάδα, βίωσαν στη χώρα τους τον πόλεμο, τη βία, την απόγνωση και αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν αναζητώντας ένα ασφαλές καταφύγιο από ανάγκη και όχι από επιλογή. 

Διαβάστε και ακούστε τις μαρτυρίες τους:
 Πες την ιστορία μου

Πλοηγηθείτε στους διαδραστικούς χάρτες που καταγράφουν την πορεία του Αμαντού, του Σααλίμ, του Μίτρα και της Νασρίν.

πρόσφυγας

πρόσφυγας ο [prósfiγas] Ο5 : αυτός που αναγκάζεται ή εξαναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του ή τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του και να καταφύγει σε μια ξένη χώρα ή στη χώρα της εθνικής του προέλευ σης, συνήθ. πληθ., για πληθυσμούς ή για άτομα που μετακινούνται ομαδικά: Οι πρόσφυγες από τη Mικρά Aσία, οι ελληνικοί πληθυσμοί που ήρθαν στην Ελλάδα μετά τη Mικρασιατική Kαταστροφή. Kύματα προσφύγων εγκαταλείπουν τις περιοχές όπου μαίνεται ο πόλεμος. Πολιτικοί / οικονομικοί πρόσφυγες, που εγκατέλειψαν τη χώρα τους για πολιτικούς /οικονομικούς λόγους. Στρατόπεδα προσφύγων, για προσωρινή εγκατάστα ση. (Zούμε) σαν (τους) πρόσφυγες, για προσωρινή και χωρίς ανέσεις εγκα τάσταση. προσφυγάκι το YΠΟKΟΡ.
[λόγ. < ελνστ. πρόσφυξ, αιτ. -υγα]

Ουκρανία: Κύμα προσφύγων από τα ανατολικά προς Κίεβο και Ρωσία