Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Με το λεωφορείο

Με το λεωφορείο
         Στο παρακάτω διήγημα, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Τ. Καλούτσα, Το καινούριο αμάξι(1995), ο κύριος Μ., αστυνομικός διευθυντής των ΜΑΤ στη Θεσσαλονίκη, παρατηρεί τους συνεπιβάτες του στο αστικό λεωφορείο, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι πρόσφυγες. O κύριος Μ. σχηματίζει έτσι μια άμεση εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας και προβληματίζεται θετικά για τη συνύπαρξη και τη θέση αυτών των (κοινωνικά και πολιτισμικά) διαφορετικών ομάδων που ζουν και εργάζονται στην πατρίδα μας.
[...]
         Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, άρχισε τις σκέψεις. Όλο αυτό το ανθρωπολόι γύρω του το αποτελούσαν, χωρίς αμφιβολία, πρόσφυγες. Τους γνώριζε από την κοψιά τους, διάβαζε τις φάτσες τους, άκουγε τις φωνές τους. Τον έσπρωξαν κι άλλο και προχώρησε στο βάθος. Πήρε το μάτι του μια άδεια θέση, βιάστηκε να κάτσει, αλλά την τελευταία στιγμή είδε πεταγμένο πάνω στο κάθισμα ένα τσαλακωμένο πεντακοσάρικο. «Κάθονται», του είπε κοφτά ένας τύπος, με τετράγωνο σαγόνι. Χειρονομούσε σ' ένα φίλο του, πίσω του, κι εκείνος τού έγνεφε συνωμοτικά. Ο κύριος Μ. κούνησε το κεφάλι του και κρεμάστηκε από τα λουριά πάνω από την καπαρωμένη* θέση. Του ερχόταν να γελάσει.
Παναγιώτης Γράββαλος, Κεφάλι νέον
Παναγιώτης Γράββαλος,
Κεφάλι νέου
         Σκέφτηκε το μάκρος της διαδρομής και τα γόνατά του λύγισαν. Θα μπορούσε ασφαλώς να επικαλεστεί την κοινή λογική ή οτιδήποτε άλλο (κάτι θα έβρισκε), για να αποδείξει στον τύπο με το ταυρίσιο κορμί ότι αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό. Κάποιος άλλος στη θέση του μπορεί και να νευρίαζε ή, στην ανάγκη, να έκανε ακόμα και χρήση του αξιώματος του, όμως ο κύριος Μ., μόνο που του πέρασε αυτή η σκέψη, ένιωσε αλλεργία. Ποτέ δε θα έπεφτε τόσο χαμηλά. Στο κάτω κάτω, έβρισκε τη συμπεριφορά του πρόσφυγα γνήσια ρωμέικη και μάλλον διασκεδαστική. [...] Έτσι, περίμενε υπομονετικά, κι όταν ο χοντρολαίμης φίλος του εμφανίστηκε, παραμέρισε για να καθίσει, κι ας ήταν αρκετά χρόνια νεότερός του.
         Σε λίγο ξεκίνησαν. Μπροστά του, στο σημείο που βρισκόταν η φυσούνα του λεωφορείου, μια ζωηρή παρέα νεαρών σχημάτιζε κύκλο. Μελετούσε τα ρούχα τους, τις κινήσεις, τις εκφράσεις του προσώπου τους, που άλλαζαν διαρκώς. Οι περισσότεροι φορούσαν φτηνά πουκάμισα, σκούρα ή πολύχρωμα, που κρέμονταν έξω από τα παντελόνια, ή τα φαρδιά σαλβάρια* τους, μακό σταμπωτά μπλουζάκια και ξώφτερνα πέδιλα ή σαγιονάρες. Πιαστήκανε στις πλάκες και τα χωρατά. Ένα τεράστιο μαγνητόφωνο που κουβαλούσε κάποιος στον ώμο του, έπαιζε σαν δαιμονισμένο αμερικάνικη χορευτική μουσική. [...]
         Από πού είχαν ξεφυτρώσει όλα αυτά τα παιδιά, αυτός ο καινούριος κόσμος, αναρωτιόταν συχνά. Πολλούς τους φόβιζε η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ξαφνικά, τα τελευταία χρόνια. Άλλοι πάλι λέγαν πως ήταν φυσιολογικά αναμενόμενο αυτό το ορμητικό προσφυγικό ξέσπασμα,* ύστερα από τις αλλαγές και όλη την ανακατωσιά στις ανατολικές χώρες. Πιο αναμενόμενο μάλιστα από άλλοτε - γιατί δεν ήταν, βέβαια, ιστορικά άγνωστο το φαινόμενο. Το θέμα ωστόσο ήταν άλλο, σκεφτόταν ο κύριος Μ., που παρακολουθούσε τα γεγονότα ως θεατής, και δε διέθετε κανένα άλλο ιδιαίτερο τεκμήριο φυλετικής συγγένειας μαζί τους. Ποιος ή ποιοι μπόρεσαν να ψυχανεμιστούν, όταν έπρεπε, τις συνέπειες, ώστε να προλάβουν, έγκαιρα, να κάνουν κάτι; Κι αυτά που έγιναν έστω μετά, ήταν όσα έπρεπε να γίνουν; Και τι θα γινόταν τώρα με αυτά τα παιδιά που ψάχναν στα τυφλά μια θέση στον ήλιο, μια δουλειά, μια ταυτότητα;
         Έβλεπε το προσφυγικό κύμα που φούσκωνε κι έσκαζε γλείφοντας τις παρυφές* της πόλης, μα σταματούσε εκεί, χωρίς να καταφέρνει να γλιστρήσει και στο εσωτερικό της, στη ζωή της. Η κοινωνία αυτής της πόλης έμοιαζε να περιφρουρεί ζηλότυπα τα άδυτά* της, ενώ κρατούσε για τους πρόσφυγες κλειστή ακόμα και την πίσω πόρτα. Στη γειτονιά του είχανε πιάσει όλα τα υπόγεια, μέχρι και το ρημαδιακό* της γωνίας, με τους μισογκρεμισμένους σοβάδες, και αργά το σούρουπο, βγάζαν στο κατώφλι τους μια δυο καρέκλες ή κάθονταν στο κότσι δίπλα στο πεζοδρόμιο και κουβέντιαζαν ώρες ατέλειωτες για χαμαλοδουλειές.* Αν πέρναγες από μπροστά τους, σε κοίταζαν στα μάτια κι έλεγαν πρώτοι «καλησπέρα». Συχνά, πίσω από τα μισόκλειστα παράθυρα των σπιτιών τους ανέβαινε ένας σκοπός λυπητερός -τραγουδούσαν οι ίδιοι- ή έβαζαν στο πικάπ ένα αλέγρο* ρώσικο τραγούδι. Από τα δωμάτια, όπου κοίμιζαν τα παιδιά τους, αναδινόταν μια βαριά μυρωδιά υγρασίας και μούχλας. Κάποτε, θυμόταν ο κύριος Μ., έμενε κι εκείνος σε μια υπόγεια, πατωμένη κάμαρη που μύριζε μούχλα. Στο μεταξύ, όμως, η ελληνική κοινωνία είχε αλλάξει και μόνο αυτοί μοιάζανε τώρα σαν να μην το είχανε πάρει χαμπάρι. Δημιούργησαν τη νέα φτωχολογιά· μπαίναν και στοιβάζονταν στ' ανήλια υπόγεια και τις χθαμαλές κάμαρες του αλλοτινού καιρού, απ' όπου, λίγο πολύ, τα είχαν καταφέρει να ξεγλιστρήσουν οι ντόπιοι.
       [...]
         Κρεμασμένος πάνω από τους ώμους του χοντρολαίμη πρόσφυγα, με το βλέμμα του να βουτάει στο πράσινο της Γεωργικής Σχολής, ο κύριος Μ. συλλογιζόταν τι έπρεπε να γίνει. Δεν είχε έτοιμη καμιά μαγική συνταγή, αλλά ήξερε πως έπρεπε να βρεθεί μια λύση. Οι άνθρωποι αυτοί έρχονταν σε μια χώρα που την έβλεπαν σαν πατρίδα τους και, λίγο πολύ, σαν επίγειο παράδεισο• οι συνθήκες όμως που αντιμετώπιζαν, τους έσπρωχναν συχνά στην απόγνωση, την πορνεία, τα ναρκωτικά. Δεν του άρεσε καθόλου να τους βλέπει γύρω του παρατημένους στο έλεος της τύχης τους, κακοπαθημένους ή κυνηγημένους. [...]
         Μήπως παραήταν καλοπροαίρετος; αναρωτήθηκε και τίναξε με μια κίνηση το κεφάλι του προς τα πίσω. Ίσως, με όλη την κούρασή του πάντως, ένιωθε άνετα ανάμεσά τους, υπομένοντας ευχάριστα την ασταμάτητη βαβούρα* τους. Ένας νεαρός προωθήθηκε δίπλα του, με δυο κοπέλες να τον ακολουθούν. Η μια μελαψή, με γυριστά ματόκλαδα, φορούσε ψάθινο καπέλο με μαύρη κορδέλα κι ένα ψεύτικο άσπρο τριαντάφυλλο στο μπορ,* και κρεμιόταν στο μπράτσο του νεαρού. Παίρνανε ανοιχτά τη στροφή έξω από το αεροδρόμιο. Ξαφνικά του πέρασε μια σκέψη, από τις πιο παράξενες και εξωφρενικές που γεννιούνταν συχνά μες στο μυαλό του. Αν κάτι συνέβαινε, κι έπρεπε αναγκαστικά, από 'δω και πέρα, να επιβιώσουν μόνοι τους, μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο, οι επιβάτες αυτού του συγκεκριμένου λεωφορείου, τι θα γινόταν; Θα τα κατάφερναν άραγε να δημιουργήσουν και να συντηρήσουν έναν υγιή, αξιοπρεπή και αυτεξούσιο* πυρήνα ζωής; Παρόμοιες σκέψεις έκανε -ήταν φανερό- όταν καμιά φορά ένας οίστρος αισιοδοξίας, ρομαντικός κι ίσως γι' αυτό λιγάκι ανεδαφικός ή και ανώφελος, τον κυρίευε. Δεν μπόρεσε να μη θυμηθεί εδώ τα λόγια ενός παλιότερου σοφού κυβερνήτη του έθνους* που είχε πει, μιλώντας πάλι για τους πρόσφυγες, πως αποτελούν πληθυσμό που διαθέτει «υπέροχο ανθρώπινο υλικό». Ναι, συμφωνούσε κι αυτός, ασφαλώς θα τα κατάφερναν. Είχανε κάτι από την αρετή των προγόνων μέσα τους αυτά τα παιδιά. Είχαν τη νιότη και την υγεία, ας έκρυβαν τ' αθλητικά κορμιά τους μέσα σε άβολα ρούχα. Ενώ αυτός είχε αρχίσει να κάνει στομάχι. Το κοίταξε μια στιγμή μελαγχολικά, περνώντας το χέρι του ανάλαφρα πάνω του, κι αποφάσισε να μη φάει το μεσημέρι, θα άρχιζε δίαιτα [...].
         Έπειτα από στάσεις κατέβηκε. Η θορυβώδης παρέα θα συνέχιζε την πορεία της. Το πουκάμισό του ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Μόλις πάτησε το πόδι του στη γη, κάτι απασφαλίστηκε μέσα του. Χαλάρωσε.
       
Τ. Καλούτσας, Το καινούριο αμάξι, Νεφέλη
img

* ΜΑΤ: ειδικές μονάδες της Αστυνομίας, με στόχο την αποκατάσταση της τάξης  σαλβάρια: φαρδιά παντελόνια ασιατικής προέλευσης * το ορμητικό προσφυγικό ξέσπασμα: μετά την κατάρρευση των καθεστώτων στις ανατολικές χώρες (1991), μεγάλες ομάδες προσφύγων κατέφυγαν κυρίως σε γειτονικές ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την εύρεση εργασίας. Στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα στη Μακεδονία, εγκαταστάθηκαν πολλοί Έλληνες από τα ρωσικά παράλια του Εύξεινου Πόντου * παρυφές: άκρα, όρια * άδυτα: χώρος που δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει * το ρημαδιακό: το ερειπωμένο *χαμαλοδουλειές: διάφορες βαριές εργασίες στις οποίες απασχολούνται ευκαιριακά οι πρόσφυγες * αλέγρο: ζωηρό, χαρούμενο  * βαβούρα: φασαρία * μπορ: τμήμα του καπέλου που προεξέχει κυκλικά * αυτεξούσιος: ανεξάρτητος, αυτοτελής * «κυβερνήτης του έθνους»: ο Ελευθέριος Βενιζέλος *
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΓΑΣΙΕΣ
1Ποια είναι η κοινωνική σύνθεση των επιβατών και πώς περιγράφει ο αφηγητής κύριος Μ. τη γενικότερη ατμόσφαιρα που επικρατεί στο λεωφορείο;
2O αφηγητής καταγράφει εκδηλώσεις κοινωνικού ρατσισμού εις βάρος των προσφύγων. Να τις βρείτε και να τις σχολιάσετε.

3Για ποιους λόγους ο αφηγητής εκτιμά ότι «θα καταφέρουν» οι πρόσφυγες να επιβιώσουν στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα; Γράψτε, αν θέλετε, και την προσωπική σας γνώμη για το θέμα.
πηγή: Κείμενα Νεολληνικής Λογοτεχνίας Β' Γυμνασίου

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

"Από το Γράμμο στην πολιτική προσφυγιά"

Από τον Γράμμο στην πολιτική προσφυγιά
Η μεταφορά
Δρίτσιος Θωμάς
Εκτύπωση
Γδύνια!
Η αδημονία να βρεθούμε σε στεργιά γινόταν τώρα ακαταμάχητη. Όχι μόνο γιατί παρατραβούσε το ταξίδι. Δεκέμβρης μήνας τώρα, όσο προχωρούμε στα βορινά οι μέρες κρατούν ελάχιστες ώρες κι οι νύχτες γινόταν ατέλειωτες. Μπορούσε έτσι, βέβαια, να κρατήσει λιγότερο η κλεισούρα στ’ αμπάρι, να μένουμε τις νύχτες περισσότερες ώρες επάνω, στον καθαρό αέρα κι ακόμα, καθώς το πούσι μάς προστάτευε, να βγαίνουμε πιο συχνά και τη μέρα στο κατάστρωμα. Μα και το «πλεονέκτημα» αυτό έμεινε ανεκμετάλλευτο. Το χοντρό, δυνατό κρύο του Δεκέμβρη δεν επιτρέπει να μείνουμε για πολλή ώρα στο κατάστρωμα. Είναι και το «φτηνό» ντύσιμο. Είχαμε δεν είχαμε χλαίνες, πουλόβερ, πανωφόρια. Πολυμεταχειρισμένα, σχισμένα και λιωμένα ανέμιζαν πάνω μας σαν τσαντίλες.
     Ένα πεταχτό λοιπόν ανέβασμα στο κατάστρωμα, μια βιαστική ματιά στις τριγύρω μουντές κι άγνωστες ακτές που παρέπλεε το πλοίο και τρεχάλα, πάλι κάτω στ’ αμπάρι. Αυτό, δεν το ’πιανε από πουθενά ο αγέρας. Και η θερμότητα που ανάδιναν τόσα κορμιά και τόσες ανάσες το κάνανε ζεστό καταφύγιο.
     Όταν το πλοίο παρέκαμπτε τη Δανία κι έστριβε προς τα κάτω, στη Βαλτική, οι ναυτεργάτες βάλθηκαν να μας ενημερώσουν: ποια μέρη περάσαμε –μια και τώρα, και στο κατάστρωμα να μέναμε, δεν θα βλέπαμε τίποτα μες στην πυκνή ομίχλη.
     – «Έχουμε και λέμε λοιπόν… Στα δεξά μας περάσαμε Γαλλία. Αριστερά, τόσο δα κοντά μας η Αγγλία –ο στρατηγός Σκόμπυ ντε… τον ξέρετε… Πάλι δεξιά Βέλγιο, Ολλανδία, λίγο Γερμανία. Ψηλά-ψηλά στ’ αριστερά Νορβηγία, Σουηδία, Φιλανδία. Κι αυτό που αφήνουμε τώρα η Δανία…».
     Τα λέγανε σαν να ’χαν χάρτη μπροστά τους. Και μεις; «Πώς στο διάβολο ξέρουνε τόσα…».
     Μερικοί περίεργοι, τυλιχτήκαμε στις ξεφτισμένες χλαίνες, χώσαμε τα δίκωχα ώς τ’ αυτιά και μ’ ένα ναυτεργάτη, βγήκαμε στο κατάστρωμα. Τα ρούχα μουλιάσανε μονομιάς. Το κρύο πιρούνιασε και τα κόκαλα. Μόλις μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε μες στην ομίχλη κάτι κόκκινα φώτα…
     – «Αεροπλάνα» –εξήγησε ο ναυτεργάτης, «που απογειώνονται και προσγειώνονται συνεχώς στο αεροδρόμιο της Κοπεγχάγης…».
     Στη Βαλτική πέσαμε σε τρικυμία. Και για κείνους που τους έπιανε η θάλασσα ξανάρχισε το μαρτύριο. Ταξιδέψαμε κάμποσο ακόμα. Πλέοντας πάντα «σε διεθνή ύδατα» περάσαμε τ’ ανατολικά τώρα παράλια της Δανίας, ξαναβρήκαμε τις Γερμανικές ακτές και ύστερα από λίγο, ξαφνικά το «μυστικό» λύθηκε…
     Συγκεντρωθήκαμε για λίγο, τουρτουρίζοντας, στο κατάστρωμα. Οι διοικητές μας φρόντισαν να βρίσκονται κοντά στους άντρες τους. Σε μια στιγμή, ένας ταγματάρχης Πολιτικός Επίτροπος ακούγεται ν’ ανακοινώνει:
     – «Συναγωνιστές το ταξίδι μας τελειώνει… Βρισκόμαστε στα χωρικά ύδατα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Πολωνίας… Σε λίγο το καράβι θ’ αγκυροβολήσει στη Γδύνια!...».
     Τζίφος, λοιπόν, και η τελευταία ελπίδα του Ελληνορώσου συναγωνιστή. Ούτε Κροστάνδη ούτε Λένινγκραντ…
     – «Γδύνια!... Γδύνια…».
     Πόσα μερόνυχτα βρισκόμαστε στη θάλασσα;
     Μερικοί λένε δεκατρία. Άλλοι τα βγάζουν δεκατέσσερα κι άλλοι δεκαπέντε. Όσα και να κάναμε, εμείς μια φορά πήραμε όρκο: όσο θα περνά απ’ το χέρι μας, άλλη φορά δεν θα ματακάνουμε τόσο μακρινό, τόσο ξεθεωτικό ταξίδι…
(από το βιβλίο: Θωμάς Δρίτσιος, Από τον Γράμμο στην πολιτική προσφυγιά, Δωρικός, 1983) 

"Οι γονείς μας απάτριδες, εμείς, τα παιδιά, Έλληνες πολίτες"

Ο εικαστικός Ηλίας Πούλος γεννήθηκε στην Τασκένδη το 1957 από γονείς Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Το 1965 γύρισε με την οικογένειά του στην Αθήνα και σήμερα ζει και εργαζεται στο Παρίσι.
Διαβάστε τη μαρτυρία του στο ιστολόγιο "Υπάρχουμε... Συνυπάρχουμε;" του γνωστού blogger, δημοσιογράφου και μετανάστη Γκαζμεντ Καπλάνι

«Η μνήμη μου αποτελείται από θραύσματα»


«Γεννήθηκα στην Τασκένδη το 1957. Από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες. Οι γονείς μου ήταν με το Δημοκρατικό Στρατό. Πολύ νέοι και οι δυο. Ήταν από το ίδιο χωριό, Λιά, στα σύνορα με την Αλβανία...
Έφυγαν με το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το 1949. Βρέθηκαν στην Αλβανία όπου γνωρίστηκαν σε κάποιο νοσοκομείο. Ήταν τραυματίες. Από το Δυρράχιο, με σοβιετικά πλοία, έφυγαν για την Τασκένδη. Ταξίδεψαν σε τρομακτικές συνθήκες, πέντε χιλιάδες αντάρτες… Κρυμμένοι στα αμπάρια… Πολλοί πέθαναν… Όταν έφθασαν στην Τασκένδη, οι ντόπιοι νόμιζαν ότι έχουν να κάνουν με αιχμαλώτους πολέμου, επειδή φορούσαν ακόμα τις χλαίνες τους… Οι γονείς μου παντρεύτηκαν στην Τασκένδη. Τον πατέρα μου τον έβαλαν να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο ως τορναδόρος. Η μητέρα μου δούλευε σε ένα παιδικό σταθμό…. 

***
Οι Έλληνες μέναμε σε δική μας συνοικία. Δίπλα ήταν συνοικίες Ουζμπέκων και Ρώσων. Παράλληλες κοινωνίες-γκέτο στη μεγάλη Σοβιετική πατρίδα... Θυμάμαι ότι για όλους τους άλλους εμείς ήμασταν οι ξένοι. Τα «ελληνάκια»… Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που έχω συναντήσει σε παιδιά επιζώντων του Ολοκαυτώματος ή ανταρτών του Ισπανικού Εμφυλίου… Οι γονείς μας δεν μας μίλησαν ποτέ ξεκάθαρα για τα βιώματά τους. Ακούγαμε πάντα κομματιασμένες αφηγήσεις… Πιστεύω ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να απωθήσει στη λήθη τις οριακές στιγμές που σε βάζουν αντιμέτωπο με την φράση «τι σημαίνει άνθρωπος;»… Δεν μπορώ να ξεχάσω μια κουβέντα που μου είπε κάποιος αντάρτης στην Τασκένδη: «παιδί μου αν θυμηθώ έναν νεκρό, όλοι οι νεκροί θα έρθουν στον ύπνο μου»... Ο γονείς μας ένιωθαν διπλά «ηττημένοι». Έχασαν και τον πόλεμο και την πατρίδα τους... Εμείς ως παιδιά δεν είχαμε παρόν, μόνο παρελθόν. Δεν ήταν οι μάχες. Ήταν ένα παρελθόν ωραιοποιημένο, που πήγαινε μέχρι την αρχαία Ελλάδα. Και ένα μέλλον αφηρημένο: η επιστροφή στην Ελλάδα… Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση ήταν σχεδόν αδύνατον να χτιστεί μια ταυτότητα...
***
Γυρίσαμε στην Ελλάδα το 1965. Η εικόνα που έχω στο μυαλό μου είναι ένα τεράστιο ζώο, αρνί νομίζω, σε μια σούβλα που το ψήνουν οι γονείς μου και οι φίλοι τους ως αποχαιρετιστήριο γεύμα, στο σπίτι μας στην Τασκένδη... Θυμάμαι τη μητέρα που μου είπε ότι φεύγουμε και να χαρίσω τα παιχνίδια στους φίλους… Για τη μητέρα μου η επιστροφή σήμαινε ότι έφευγα από παιδί, γινόμουν άνδρας… Δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους των γονέων μου για τους λόγους που επέστρεψαν στην Ελλάδα… Ήταν μια ανάγκη επιστροφής στην πατρίδα. Χωρίς να περάσει από το μυαλό τους ο εφιάλτης που θα ακολουθούσε…
***
Φθάσαμε στον Πειραιά την ημέρα που γίνονταν οι μεγάλες διαδηλώσεις και σκοτώθηκε ο Σωτήρης Πέτρουλας. «Που φθάσαμε Μαριάνθη;» ρώτησε πανικοβλημένος ο πατέρας μου τη μάνα μου… Βρεθήκαμε σε ένα σπίτι στο Βοτανικό. Έμενε η αδελφή του πατέρα μου, η οποία δούλευε στα μποστάνια. Η περιοχή ολόκληρη ήταν ένα τεράστιο μποστάνι. Δεν υπήρχε ρεύμα… Από εκεί φύγαμε στο χωριό των γονέων μου, στα βουνά της Μουργκάνας… Με μια ειδική άδεια από την αστυνομία, γιατί ήταν παραμεθόριος περιοχή... Η πρώτη εικόνα που έχω είναι η γιαγιά μου που μας φωνάζει να πάμε να αρμέξουμε τις κατσίκες για να πιούμε γάλα. Είχα πανικοβληθεί… Δεν καταλάβαινα που ήμασταν... Οι άνθρωποι μας κοίταγαν περίεργα και εχθρικά...
***
Γυρίσαμε Αθήνα, στην Αγία Βαρβάρα, από τις πιο φτωχικές συνοικίες τότε. Ήμασταν απάτριδες. Στην Ελλάδα ταξιδέψαμε με ένα διαβατήριο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού που ήταν μόνο για ένα ταξίδι προς Ελλάδα, χωρίς δικαίωμα επιστροφής. Ο πατέρας μου δεν είχε άδεια εργασίας. Μετά από λίγο καιρό κατάφερε να βρει δουλειά στην οικοδομή. Δεν ξέρω αν δούλευε στη μαύρη ή κατάφερε να βγάλει άδεια εργασίας… Εμάς μας πήγαν στο σχολείο… Μετά από λίγο καιρό έγινε η Χούντα. Εμένα και τον αδελφό μου μας υποχρέωσαν να γίνουμε Έλληνες πολίτες. Αν δεν δεχόμασταν η ποινή ήταν να μας διώχνουν από όλα τα σχολεία. Οι γονείς μας απάτριδες, εμείς, τα παιδιά, Έλληνες πολίτες… Θυμάμαι ένα χτύπημα στην πόρτα, τη μαμά μου να ανοίγει την πόρτα, να καλημερίζει κάποιον, να μιλάνε. Ήταν ο αστυνομικός που ερχόταν κάθε πρωί στο σπίτι για να δει ποιοι πέρασαν το βράδυ σε μας… Θυμάμαι τους γονείς μου να ακούνε κάθε βράδυ Ντόιτσε Βέλε και την Φωνή της Αλήθειας… Αν τα μεταφέρω όλα αυτά εδώ είναι μόνο ως μια κατάσταση ιστοριολογίας και όχι θυματολογίας… Αυτό που έχει μείνει στο μυαλό μου ήταν η απέραντη ζεστασιά των γονιών μου για να μας προστατέψουν…
***
Στην Τασκένδη ήμουν ένα ξένο παιδάκι. Στην Ελλάδα γίνομαι πλέον ένα κομμουνιστάκι. Ένα παιδάκι τέρας, που οι δάσκαλοι δείχνουν με το δάκτυλο... Κάποιοι από αυτούς πρέπει να έχουν πεθάνει. Ήταν τόσο αγράμματοι και κακομοίρηδες… Σήμερα νιώθω οίκτο για αυτούς… Από την ημέρα που έφθασα στην Ελλάδα η μνήμη της ζωής μου στην Τασκένδη αρχίζει και γίνεται ένα ντουλάπι σκοτεινό… Στο μυαλό μου χτίζεται αυθόρμητα μια σκέψη, για να αμυνθώ, για να μπορέσω να σωθώ, να ζήσω: ότι για όλα αυτά, για το ότι οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές μου με βλέπουν ως ένα παιδάκι τέρας, ευθύνεται το παρελθόν μου στην Τασκένδη, η γλώσσα που μάθαινα στο σχολείο, τα ρώσικα. Εκεί πέφτει ένα πέπλο μαύρο... Σήμερα δεν θυμάμαι ούτε μια λέξη στα ρώσικα… Η ατομική μνήμη χτίζεται από το περιβάλλον που υπάρχουμε. Από το πώς το περιβάλλον μας βοηθάει ή δεν μας βοηθάει να κρατήσουμε στοιχεία από το παρελθόν μας. Ατομική μνήμη έξω από το κοινωνικό μας περιβάλλον δεν υφίσταται...
***
Βρέθηκα στην αυλή του σχολείου μου στην Τασκένδη μετά από σαράντα χρόνια, το 2005. Είχα φωτογραφίες μαζί μου για να ταυτοποιήσω εμένα τον Ηλία σήμερα με τον Ηλία του 1965. Εδώ, έλεγα στον εαυτό μου, ήταν το σχολείο μου. Μπήκα στον διάδρομο, που είχα διασχίσει χιλιάδες φορές ως παιδί… Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η μνήμη μου αποτελείται από θραύσματα... Ένιωσα τότε την ανάγκη ως άνθρωπος, ως καλλιτέχνης, να κάνω τέχνη, να μεταφέρω, να σώσω αυτή την κομματιασμένη μνήμη… Έχω αρχίσει εδώ και καιρό την φωτογράφιση και ηχογράφηση των πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη. Κατάφερα να βρω σαράντα επτά αντάρτες… Οι τριάντα εφτά απάτριδες. Θέλουν να επιστρέψουν να πεθάνουν στην Ελλάδα και το ελληνικό κράτος τους το αρνείται… Ήθελα να δω το παρελθόν, τη κομματιασμένη μου μνήμη, τη δική μου και των άλλων. Όχι ως προσπάθεια ηρωoποίησης και θυματοποίησης… Αν μείνουμε στα τραύματα είμαστε αξιοθρήνητοι. Αν καταφέρουμε να τα κάνουμε τέχνη, να τα κάνουμε α-λήθη, τότε, ίσως κάτι κάναμε. Θέλω, μέσω της τέχνης, να είμαι μέσα στη μη λήθη…
Ένας σκοτεινός, θαυματουργός, θάλαμος

Ο παππούς μου μετανάστευσε στην Αμερική το 1905. Όταν επέστρεψε έφερε μαζί του μια φωτογραφική μηχανή, ένα τρίποδα. Είναι ο πρώτος φωτογράφος στα βουνά της Μουργκάνας… Εγώ όμως δεν έχω δει ούτε μια φωτογραφία του… Κάποια στιγμή, στους Βαλκανικούς πολέμους, υποχρεώνεται να πουλήσει την φωτογραφική του μηχανή. Κάνει οικογένεια και παιδιά, στα οποία μιλούσε συνέχεια για ένα περίεργο, θαυματουργό μηχάνημα που βγάζει φωτογραφίες, περιγράφοντας λεπτομέρειες για το πώς λειτουργεί… Ο πατέρας μου μαθαίνει τα πάντα για την φωτογραφική τέχνη, χωρίς να έχει δει ποτέ του φωτογραφική μηχανή… Στην Τασκένδη, ως πρόσφυγας πλέον, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αγοράσει μια φωτογραφική μηχανή, μάρκας Ζόρκι. Για να μπορέσει να κάνει όσα του είχε μάθει ο πατέρας του. Αγόρασε μετά και ένα τρίποδα. Εγώ, ουσιαστικά, γεννήθηκα μέσα σε ένα φωτογραφικό θάλαμο. Έβλεπα τον μπαμπά ως μάγο που παράγει εικόνες… Ο μπαμπάς μου ήταν απλά ένας ερασιτέχνης φωτογράφος… Μετά από δεκαετίες, βρίσκεται ένας τρελαμένος στην οικογένεια, που πιάνει ξανά μια φωτογραφική μηχανή για να καταγράψει εξόριστες, κομματιασμένες μνήμες. Πρόσωπα και μαρτυρίες μιας τραγικής εποχής…»